Capital, Σάββατο, 17-Οκτ-2026, Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος
Οι φορολογικές αρχές της Κίνας έχουν εξαπολύσει μια νέα, ιδιαίτερα επιθετική επιχείρηση άντλησης εσόδων από τους πλουσιότερους πολίτες και τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας, προκαλώντας αναστάτωση στους κατόχους μεγάλων περιουσιών.
Η εκστρατεία περιλαμβάνει αυστηρότερο έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, νέους κανόνες για offshore trusts και ειδικές ομάδες ελέγχου, ορισμένες από τις οποίες, σύμφωνα με πηγές του Bloomberg, έχουν αναλάβει ακόμα και την υπόθεση ενός και μόνου δισεκατομμυριούχου.

Η στροφή αυτή σηματοδοτεί αλλαγή μιας πρακτικής που επί χρόνια επέτρεπε στις κινεζικές φορολογικές αρχές να εφαρμόζουν τους κανόνες με σχετική χαλαρότητα. Μετά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, τα εισοδήματα αυξήθηκαν σημαντικά και δημιουργήθηκαν εκατοντάδες νέοι δισεκατομμυριούχοι, οι οποίοι απέκτησαν περιουσιακά στοιχεία σε ευρωπαϊκές αγορές τέχνης, στο Λονδίνο και στις αμερικανικές κεφαλαιαγορές. Οι φορολογικές υποχρεώσεις για εισοδήματα από επενδύσεις στο εξωτερικό υπήρχαν, αλλά για χρόνια η εφαρμογή τους ήταν περιορισμένη.
Τώρα το σκηνικό αλλάζει. Οι πλουσιότεροι Κινέζοι έχουν κληθεί να τακτοποιήσουν φορολογικές υποχρεώσεις που συνδέονται με offshore trusts και επενδύσεις στο εξωτερικό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν λάβει συγκεκριμένους λογαριασμούς με τα οφειλόμενα και σε άλλες απλώς έχουν κληθεί να υπολογίσουν οι ίδιοι τι θεωρούν ότι οφείλουν. Η προθεσμία για την καταβολή ορισμένων φόρων που συνδέονται με trusts, ώστε να μην υπάρχουν πρόσθετες επιβαρύνσεις, εκπνέει στα τέλη Οκτωβρίου, γεγονός που έχει εντείνει την πίεση.
Η έκταση της κινητοποίησης γίνεται εμφανής από τις αντιδράσεις των ίδιων των φορολογούμενων. Ορισμένοι φοβούνται ότι η υποβολή φορολογικών δηλώσεων θα αποκαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες για το πώς δημιουργήθηκε και μεταφέρθηκε στο εξωτερικό ο πλούτος τους. Κάποιοι εξετάζουν ακόμα και την απόκτηση ξένων διαβατηρίων, ανησυχώντας για πιθανή επιβολή φόρου εξόδου σε περίπτωση μετεγκατάστασης. Ορισμένοι πωλούν μετοχές, άλλοι δανείζονται με εγγύηση περιουσιακά στοιχεία που διατηρούν στο εξωτερικό, ενώ κάποιοι προσπαθούν να μεταφέρουν χρήματα στην Κίνα για να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Η Shu Ping, συνιδρύτρια της αλυσίδας εστιατορίων Haidilao, πούλησε μετοχές της εταιρείας αξίας περίπου 350 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν την υπόθεση, μετά την επιβολή απρόσμενης φορολογικής επιβάρυνσης στην οικογένειά της.
Άλλοι πλούσιοι φορολογούμενοι επιχειρούν να διαπραγματευτούν με τις Αρχές ή εξετάζουν δικαστικές προσφυγές, ιδίως όταν θεωρούν ότι τα ποσά είναι υπερβολικά. Σε μία περίπτωση, μέτοχος εταιρείας από την Γκουανγκζού, στον οποίο επιβλήθηκε φόρος 100 εκατ. γουάν, απείλησε να μεταφέρει την επιχείρησή του στη Σανγκάη και τελικά κατάφερε να μειώσει την απαίτηση στα 5 εκατ. γουάν.
Προβλήματα
Η νέα φορολογική πίεση δεν είναι άσχετη με τη δημοσιονομική κατάσταση της Κίνας. Η παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων έχει πλήξει σοβαρά τα οικονομικά των τοπικών κυβερνήσεων, καθώς τα έσοδα από τις πωλήσεις γης, που κάποτε ξεπερνούσαν τα 1,1 τρισ. δολάρια ετησίως, αναμένεται πλέον να περιοριστούν σε λιγότερο από το ένα τρίτο. Παράλληλα, η Κίνα σχεδιάζει δαπάνες σχεδόν 300 δισ. δολαρίων την επόμενη πενταετία για data centers, στο πλαίσιο της προσπάθειας να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι ευρύτερο. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η κεντρική και οι τοπικές κυβερνήσεις της Κίνας δαπάνησαν πέρυσι 1,9 τρισ. δολάρια περισσότερα από όσα εισέπραξαν. Η απώλεια εσόδων από τη γη έχει δημιουργήσει την ανάγκη αναζήτησης νέων πηγών χρηματοδότησης και ο πλούτος των ιδιωτών βρίσκεται πια στο επίκεντρο.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Jaden Zhao, ιδιοκτήτη εταιρείας κλωστοϋφαντουργίας στη Γκουανγκντόνγκ. Τον Αύγουστο ενημερώθηκε από τις τοπικές αρχές ότι όφειλε 9 εκατ. γουάν από κέρδη σε συναλλαγές μετοχών μέσω λογαριασμών στο εξωτερικό. Ο ίδιος θεωρεί το ποσό υπερβολικό και προσπαθεί, με τη βοήθεια δικηγόρου, να ανασυνθέσει το ιστορικό των συναλλαγών του, ελπίζοντας ότι οι υπολογισμοί των Αρχών είναι λανθασμένοι.
Δημιουργούνται, παράλληλα, πρακτικά προβλήματα για τη μεταφορά των χρημάτων. Ορισμένες πόλεις έχουν δημιουργήσει ειδικά "πράσινα κανάλια" για τη γρήγορη μεταφορά ποσών άνω των 50.000 δολαρίων προς την Κίνα, προκειμένου να πληρωθούν φόροι. Η φορολογική υπηρεσία της Σιτζιατζουάνγκ έχει επίσης συγκροτήσει ειδική ομάδα για να βοηθά φορολογούμενους να μεταφέρουν ξένο νόμισμα για την εξόφληση οφειλών.
Μεγάλο μέρος της αβεβαιότητας αφορά τους κανόνες για τα offshore trusts. Οι πλούσιοι ζητούν διευκρινίσεις για το πόσο πίσω στον χρόνο μπορούν να ανατρέξουν οι Αρχές, για το αν οι ζημίες μιας χρονιάς μπορούν να συμψηφιστούν με τα κέρδη και για το αν η εφάπαξ καταβολή μπορεί να μειώσει το συνολικό ποσό. Πρόσθετη δυσκολία δημιουργεί η απουσία στοιχείων, καθώς ορισμένες τράπεζες διαγράφουν αρχεία μετά την παρέλευση επτά ετών. Διαφωνίες υπάρχουν επίσης για τις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, με φορολογούμενους να υποστηρίζουν ότι ορισμένες απαιτήσεις βασίζονται σε αξίες που έχουν πλέον υποχωρήσει.
Αβεβαιότητα
Το μέγεθος του εγχειρήματος παραμένει αβέβαιο. Αναλυτές της Barclays έχουν παρουσιάσει ένα ακραίο σενάριο σύμφωνα με το οποίο οι φόροι σε περιουσιακά στοιχεία πλούσιων Κινέζων στο Χονγκ Κονγκ θα μπορούσαν να φτάσουν τα 100 δισ. δολάρια. Φορολογικός δικηγόρος εκτιμά, αντίθετα, ότι το πιθανότερο εύρος είναι 15-25 δισ. δολάρια. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αναμένεται να περιορίσει την ελκυστικότητα των offshore trusts και να ενισχύσει τον έλεγχο του πλούτου που διατηρείται εκτός Κίνας.
Για τις τράπεζες και τους διαχειριστές πλούτου, η εξέλιξη μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμη αύξηση εργασιών, καθώς οι πελάτες αναζητούν χρηματοδότηση για να καλύψουν τις φορολογικές απαιτήσεις. Μακροπρόθεσμα, όμως, η αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων ενδέχεται να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι πλούσιοι Κινέζοι διαχειρίζονται τα περιουσιακά τους στοιχεία στο εξωτερικό. Η νέα φορολογική εκστρατεία δεν αφορά, επομένως, μόνο την είσπραξη χρημάτων, αλλά και την ανατροπή ενός καθεστώτος ανοχής που είχε διαμορφωθεί επί δεκαετίες.
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος