Ανιχνεύσεις, Politurco, 18 Οκτωβρίου 2026
Από το αναδυόμενο σχήμα C6 της Κεντρικής Ασίας έως τους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς διαδρόμους και την περιφερειακή διπλωματία της Ουάσιγκτον, το Αζερμπαϊτζάν διευρύνει τη διεθνή επιρροή του, ενώ αποστασιοποιείται διακριτικά από την ολοένα πιο επιβαρυντική πολιτική εικόνα του Ερντογάν.
Στις 16 Οκτωβρίου, η κρατική ενεργειακή εταιρεία του Αζερμπαϊτζάν, SOCAR, έστειλε ένα μήνυμα που, εκ πρώτης όψεως, φαινόταν να αφορά αποκλειστικά το φυσικό αέριο.

Μιλώντας στη Ρωσική Εβδομάδα Ενέργειας στη Μόσχα, ο αντιπρόεδρος της SOCAR, Ελσάντ Νασίροφ, ανακοίνωσε ότι το Αζερμπαϊτζάν ενδιαφερόταν να επαναλάβει τις αγορές φυσικού αερίου από τη ρωσική Gazprom, αναβιώνοντας μια σχέση που είχε περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Δεν ανακοινώθηκαν συγκεκριμένες ποσότητες ή χρονοδιάγραμμα. Ωστόσο, η δήλωση έγινε σε μια πολιτικά αποκαλυπτική συγκυρία: οι σχέσεις μεταξύ του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του προέδρου του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, εμφάνιζαν ασυνήθιστα σημάδια έντασης.
Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, το κυβερνών πολιτικό κατεστημένο του Αζερμπαϊτζάν είχε αντιδράσει στις επικρίσεις προσώπων κοντά στον Ερντογάν σχετικά με τις πολιτικές του Μπακού υπέρ του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και τη σχέση του με το Ισραήλ. Την ίδια στιγμή, το Αζερμπαϊτζάν εδραίωνε τη θέση του σε ένα νέο διπλωματικό σχήμα έξι χωρών της Κεντρικής Ασίας, επέκτεινε τις ενεργειακές και μεταφορικές συνδέσεις του και προετοιμαζόταν να φιλοξενήσει μια σημαντική ευρωπαϊκή πολιτική σύνοδο κορυφής το 2028. Οι εξελίξεις αυτές δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα.
Συνολικά, υποδηλώνουν ότι ο Αλίγιεφ επιδιώκει έναν πολύ πιο φιλόδοξο στόχο από την απλή αντίσταση στις πιέσεις της Άγκυρας.
Επιχειρεί να μετατρέψει το Αζερμπαϊτζάν από τον στενότερο περιφερειακό σύμμαχο της Τουρκίας σε έναν αυτόνομο γεωπολιτικό παράγοντα, του οποίου η σημασία αναγνωρίζεται απευθείας από την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, τη Μόσχα, το Πεκίνο και τις αναδυόμενες δυνάμεις της Κεντρικής Ασίας.
Οι στρατηγικές προεκτάσεις είναι σημαντικές. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, η πολιτική επιρροή του Ερντογάν συνέβαλε στη διαμόρφωση της διεθνούς εικόνας του Αζερμπαϊτζάν. Η Άγκυρα παρουσιαζόταν ως ο βασικός διπλωματικός υποστηρικτής του Μπακού, ο στρατιωτικός εταίρος του και η πύλη του προς τον ευρύτερο τουρκικό κόσμο. Σήμερα, αυτή η σχέση αλλάζει.
Καθώς ο Ερντογάν αντιμετωπίζει αυξανόμενους πολιτικούς και οικονομικούς περιορισμούς, ο Αλίγιεφ εμφανίζεται όλο και πιο αποφασισμένος να διασφαλίσει ότι η διεθνής ταυτότητα του Αζερμπαϊτζάν δεν θα εξαρτάται από την πολιτική πορεία του Τούρκου προέδρου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα απόρριψη της Τουρκίας. Σημαίνει απόρριψη της εξάρτησης από τον Ερντογάν. Και ενδέχεται να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές μεταβολές που συντελούνται σήμερα μεταξύ του Νότιου Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.
Το παγκόσμιο σύστημα αλλάζει και ο Αλίγιεφ διαβάζει τα μηνύματα
Το διεθνές περιβάλλον που διαμόρφωσε την άνοδο του Ερντογάν σταδιακά εκλείπει. Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Ερντογάν επωφελήθηκε από τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τη Δύση, τις φιλοδοξίες της για ένταξη στην ΕΕ, την αναπτυσσόμενη οικονομία της και την αντίληψη ότι το AKP αποτελούσε ένα πρότυπο ικανό να συμφιλιώσει το πολιτικό Ισλάμ με τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας ενισχυόταν από τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, την εγγύτητά της στην Ευρώπη και τους ιστορικούς δεσμούς της με τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας υπό τον Ερντογάν, η επιδείνωση των σχέσεων με τις δυτικές κυβερνήσεις και η συγκρουσιακή ρητορική στην εξωτερική πολιτική περιέπλεξαν αυτή τη θέση.
Η Τουρκία παραμένει μια απαραίτητη περιφερειακή δύναμη. Ωστόσο, η προσωπική πολιτική εικόνα του Ερντογάν δεν διαθέτει πλέον τη διεθνή απήχηση που είχε κάποτε. Ο Αλίγιεφ φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στη διαχρονική στρατηγική σημασία της Τουρκίας και στα ολοένα μικρότερα πολιτικά οφέλη που προσφέρει ο Ερντογάν.
Ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν προσαρμόζεται σε ένα παγκόσμιο σύστημα στο οποίο οι χώρες που βρίσκονται πάνω σε στρατηγικές διαδρομές διαμετακόμισης, προμηθεύουν ενέργεια, ελέγχουν υποδομές και διατηρούν σχέσεις με ανταγωνιστικές δυνάμεις αποκτούν αυξανόμενη διαπραγματευτική ισχύ.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι ιδεολογικές διακηρύξεις έχουν μικρότερη αξία από τη γεωπολιτική χρησιμότητα. Το Αζερμπαϊτζάν διαθέτει αρκετά πλεονεκτήματα που το καθιστούν ιδιαίτερα ελκυστικό.
Συνδέει τη λεκάνη της Κασπίας με τον Νότιο Καύκασο και την Τουρκία. Προσφέρει μια διαδρομή μεταξύ της Κεντρικής Ασίας και των ευρωπαϊκών αγορών. Διαθέτει σημαντικούς ενεργειακούς πόρους και μεταφορικές υποδομές. Διατηρεί σχέσεις με το Ισραήλ, τη Ρωσία, το Ιράν, την Τουρκία, την Κίνα και τις δυτικές κυβερνήσεις.
Πάνω απ’ όλα, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικός συνδετικός κρίκος μεταξύ περιοχών που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για το παγκόσμιο εμπόριο και την ασφάλεια.
Η διαμορφούμενη στρατηγική του Αλίγιεφ αποσκοπεί στη μετατροπή αυτών των γεωγραφικών πλεονεκτημάτων σε πολιτική επιρροή. Αντί να προσδιορίζει το Αζερμπαϊτζάν κυρίως μέσα από τη σχέση του με την Τουρκία, το τοποθετεί ως απαραίτητο συμμετέχοντα σε διάφορα αλληλεπικαλυπτόμενα διεθνή συστήματα. Πρόκειται για μια θεμελιώδη μετατόπιση. Ο Ερντογάν συχνά επιδιώκει επιρροή μέσω της ιστορικής ταυτότητας, της ιδεολογικής αλληλεγγύης και της πολιτικής ηγεσίας.
Ο Αλίγιεφ επιδιώκει όλο και περισσότερο επιρροή μέσω της διασυνδεσιμότητας, της ενεργειακής ασφάλειας, της στρατηγικής ευελιξίας και της ανάδειξης της χώρας του σε απαραίτητο διπλωματικό εταίρο.
Αυτή η διαφορά ενδέχεται να καθορίσει ποιος από τους δύο ηγέτες βρίσκεται σε καλύτερη θέση για να ανταποκριθεί στην επόμενη φάση της διεθνούς πολιτικής.
Η ένταξη του Αζερμπαϊτζάν στο C6: Μια γεωπολιτική τομή
Ένα από τα σαφέστερα σημάδια της μεταβαλλόμενης διεθνούς θέσης του Αζερμπαϊτζάν είναι η ένταξή του στο πλαίσιο διαβουλεύσεων των κρατών της Κεντρικής Ασίας.
Επί δεκαετίες, η Κεντρική Ασία θεωρούνταν γενικά, από διπλωματική άποψη, ότι περιλαμβάνει πέντε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες: το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν, το Κιργιστάν και το Τατζικιστάν. Οι χώρες αυτές ανέπτυξαν σταδιακά μηχανισμούς περιφερειακής διαβούλευσης και συνεργασίας.
Τον Νοέμβριο του 2025, το Αζερμπαϊτζάν έγινε δεκτό ως πλήρες μέλος στις Διαβουλευτικές Συναντήσεις των Αρχηγών Κρατών της Κεντρικής Ασίας, διευρύνοντας ουσιαστικά το παραδοσιακό σχήμα C5 σε C6.
Η απόφαση αυτή ήταν κάτι περισσότερο από μια εθιμοτυπική αναγνώριση κοινών πολιτιστικών και ιστορικών δεσμών. Σηματοδότησε την ανάδυση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου που συνδέει την Κεντρική Ασία με τον Νότιο Καύκασο.
Η συμμετοχή του Αζερμπαϊτζάν προσφέρει στα κράτη της Κεντρικής Ασίας πιο άμεση πρόσβαση σε μεταφορικές διαδρομές προς τη Δύση, διαμέσου της Κασπίας Θάλασσας, της Γεωργίας και της Τουρκίας, με κατεύθυνση τις ευρωπαϊκές αγορές. Για το Αζερμπαϊτζάν, τα οφέλη είναι εξίσου σημαντικά. Το Μπακού δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα σημείο διαμετακόμισης μεταξύ της Κεντρικής Ασίας και της Δύσης.
Εξελίσσεται σε συμμέτοχο στη συλλογική λήψη διπλωματικών και οικονομικών αποφάσεων της περιοχής. Η διάκριση αυτή έχει τεράστια σημασία. Μια χώρα διαμετακόμισης αποκομίζει έσοδα από τη μεταφορά αγαθών και ενέργειας.
Ένας γεωπολιτικός παράγοντας συμβάλλει στον καθορισμό των κανόνων, των συνεργασιών και των στρατηγικών προτεραιοτήτων που διέπουν αυτές τις ροές. Ο Αλίγιεφ θέλει το Αζερμπαϊτζάν να καταλάβει τη δεύτερη θέση. Το πλαίσιο C6 ενισχύει επίσης τη διεθνή διαπραγματευτική ισχύ των συμμετεχόντων κρατών.
Αντί να διαπραγματεύονται χωριστά με τις μεγάλες δυνάμεις, μπορούν να συντονίζουν όλο και περισσότερο τις θέσεις τους για τις υποδομές, το εμπόριο, την ενέργεια και την περιφερειακή ασφάλεια.
Το σχήμα δεν αποτελεί πολιτική ένωση και τα μέλη του διατηρούν διαφορετικά εθνικά συμφέροντα. Ωστόσο, συνιστά ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση του περιφερειακού συντονισμού. Για το Αζερμπαϊτζάν, η συμμετοχή δημιουργεί μια πρόσθετη πηγή νομιμοποίησης και επιρροής, ανεξάρτητη από την Άγκυρα.
Το Μπακού μπορεί πλέον να αναπτύσσει σχέσεις με την Κεντρική Ασία όχι απλώς ως εταίρος της Τουρκίας, αλλά ως αναγνωρισμένος συμμέτοχος στη διπλωματική αρχιτεκτονική της ίδιας της περιοχής. Αυτό είναι ακριβώς το είδος θεσμικού μετασχηματισμού που μειώνει την εξάρτηση από έναν και μοναδικό πολιτικό προστάτη.
Ο Μεσαίος Διάδρομος: Η γεωγραφία μετατρέπεται σε πολιτική ισχύ
Το οικονομικό θεμέλιο του αναδυόμενου γεωπολιτικού ρόλου του Αζερμπαϊτζάν είναι ο Μεσαίος Διάδρομος. Αυτό το δίκτυο μεταφορών συνδέει την Κίνα και την Κεντρική Ασία με την Ευρώπη μέσω της Κασπίας Θάλασσας, του Αζερμπαϊτζάν, της Γεωργίας και της Τουρκίας. Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει αυξήσει το διεθνές ενδιαφέρον για διαδρομές που μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από τη διέλευση μέσω ρωσικού εδάφους.
Παράλληλα, η γεωπολιτική αβεβαιότητα γύρω από τις παραδοσιακές θαλάσσιες οδούς μεταφοράς έχει ωθήσει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να εξετάσουν εναλλακτικές λύσεις.
Το Αζερμπαϊτζάν κατέχει στρατηγικά σημαντική θέση σε αυτή τη μεταβαλλόμενη γεωγραφία. Τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι, οι αγωγοί και οι υποδομές εφοδιαστικής του το καθιστούν κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ της λεκάνης της Κασπίας και των ευρωπαϊκών αγορών. Ο σιδηρόδρομος Μπακού–Τιφλίδα–Καρς και ο πετρελαιαγωγός Μπακού–Τιφλίδα–Τσεϊχάν δείχνουν πώς το Αζερμπαϊτζάν έχει ήδη μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε περιφερειακή οικονομική επιρροή.
Η επέκταση των μεταφορών διαμέσου της Κασπίας, της ψηφιακής συνδεσιμότητας και των ενεργειακών υποδομών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω αυτή την επιρροή. Το ενδιαφέρον του Αλίγιεφ για τη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων πετρελαίου από το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν μέσω των υποδομών του Αζερμπαϊτζάν αντανακλά αυτή τη στρατηγική.
Όσο περισσότερο οι ενεργειακές ροές και το εμπόριο της Κεντρικής Ασίας εξαρτώνται από διαδρομές που διέρχονται από το Αζερμπαϊτζάν, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις μεγάλες δυνάμεις να αγνοήσουν το Μπακού.Αυτό δημιουργεί ένα νέο είδος γεωπολιτικής διαπραγματευτικής ισχύος.
Το Αζερμπαϊτζάν δεν χρειάζεται να εξισωθεί με τη Ρωσία, την Τουρκία ή το Ιράν ως προς τον πληθυσμό, τη στρατιωτική ισχύ ή το μέγεθος της οικονομίας. Μπορεί να ενισχύσει τη διεθνή σημασία του, αποτελώντας κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ μεγαλύτερων οικονομικών και πολιτικών συστημάτων. Για τις δυτικές κυβερνήσεις που αναζητούν εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές και διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού, αυτό καθιστά το Αζερμπαϊτζάν ολοένα σημαντικότερο. Για τα κράτη της Κεντρικής Ασίας που επιδιώκουν πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές, το καθιστά απαραίτητο εταίρο.
Για την Κίνα, προσφέρει μία ακόμη πιθανή διαδρομή προς την Ευρώπη. Και για την Τουρκία, σημαίνει ότι η διαχείριση των σχέσεων με την Κεντρική Ασία δεν μπορεί να βασίζεται απλώς στην παραδοχή ότι η Άγκυρα ασκεί την πολιτική ηγεσία στον τουρκικό κόσμο. Η περιφερειακή αρχιτεκτονική γίνεται πιο σύνθετη. Ο Αλίγιεφ τοποθετεί το Αζερμπαϊτζάν στο κέντρο της.
Γιατί η Δύση αντιμετωπίζει το Αζερμπαϊτζάν πιο σοβαρά
Η αυξανόμενη διεθνής παρουσία του Αζερμπαϊτζάν είναι ιδιαίτερα εμφανής στη σχέση του με την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα έχει επιβεβαιώσει ότι το Αζερμπαϊτζάν θα φιλοξενήσει μία από τις συνόδους κορυφής της το 2028. Πρόκειται για σημαντική διπλωματική εξέλιξη. Το συγκεκριμένο φόρουμ συγκεντρώνει Ευρωπαίους ηγέτες για να συζητήσουν θέματα ασφάλειας, πολιτικής συνεργασίας και περιφερειακών προκλήσεων.
Η φιλοξενία μιας τέτοιας συνάντησης δεν συνεπάγεται επιδοκιμασία του εσωτερικού πολιτικού συστήματος του Αζερμπαϊτζάν. Ούτε σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί οι ανησυχίες για τις πολιτικές ελευθερίες, τους περιορισμούς στα μέσα ενημέρωσης και τη δημοκρατική λογοδοσία. Καταδεικνύει, ωστόσο, ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν στρατηγικά σημαντική τη συνεργασία με το Μπακού. Η χρονική συγκυρία είναι αποκαλυπτική.
Το Αζερμπαϊτζάν αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, τις περιφερειακές μεταφορές και την εξελισσόμενη σχέση μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Η προοπτική ενός περισσότερο διασυνδεδεμένου Νότιου Καυκάσου προσδίδει στο Μπακού πρόσθετη διπλωματική αξία. Ο Αλίγιεφ επιδιώκει να μετατρέψει αυτή την αξία σε διεθνή αναγνώριση.
Η σύνοδος κορυφής του 2028 προσφέρει την ευκαιρία να παρουσιαστεί το Αζερμπαϊτζάν όχι απλώς ως προμηθευτής ενέργειας ή ως χώρα που είχε εμπλακεί σε σύγκρουση, αλλά ως οικοδεσπότης της ευρωπαϊκής διπλωματίας υψηλού επιπέδου. Η αντίθεση με την πολιτική πορεία του Ερντογάν είναι αξιοσημείωτη.
Ενώ οι σχέσεις του Ερντογάν με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς έχουν συχνά χαρακτηριστεί από αντιπαράθεση και αμοιβαία δυσπιστία, ο Αλίγιεφ επιχειρεί να διευρύνει τον ρόλο του Αζερμπαϊτζάν μέσω μιας πραγματιστικής προσέγγισης συνεργασίας.
Αυτό δεν καθιστά τον Αλίγιεφ δημοκρατικό μεταρρυθμιστή ή φυσικό σύμμαχο των δυτικών φιλελεύθερων αξιών. Το Αζερμπαϊτζάν εξακολουθεί να έχει αυταρχικό πολιτικό σύστημα. Η διάκριση είναι στρατηγική και όχι ιδεολογική. Ο Αλίγιεφ φαίνεται να κατανοεί ότι οι δυτικές κυβερνήσεις μπορούν να συνεργάζονται εκτενώς με κυβερνήσεις των οποίων τα εσωτερικά πολιτικά συστήματα επικρίνουν, όταν τα γεωπολιτικά οφέλη είναι αρκετά σημαντικά.
Στόχος του είναι να καταστήσει το Αζερμπαϊτζάν απαραίτητο, χωρίς να μετασχηματίσει ριζικά την εσωτερική πολιτική δομή του. Αυτή η προσέγγιση εμπεριέχει προφανείς αντιφάσεις. Αντανακλά, όμως, και μια ρεαλιστική εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο συχνά λειτουργεί η διεθνής διπλωματία.
Το νέο ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για τον Νότιο Καύκασο
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ακόμη έναν βασικό πυλώνα της στρατηγικής του Αλίγιεφ. Η διπλωματική διαδικασία μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας, με τη στήριξη της Ουάσιγκτον, έχει ενισχύσει την αμερικανική εμπλοκή στον Νότιο Καύκασο.
Η προτεινόμενη «Διαδρομή Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία», ευρύτερα γνωστή ως TRIPP, αποσκοπεί στη βελτίωση της περιφερειακής διασυνδεσιμότητας και στη διευκόλυνση των μεταφορικών συνδέσεων μεταξύ Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας και Ναχιτσεβάν. Η στρατηγική σημασία της υπερβαίνει τον τομέα των μεταφορών.
Μια λειτουργική διαδρομή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για το εμπόριο, τις επενδύσεις και την περιφερειακή ολοκλήρωση, προσδίδοντας παράλληλα στην Ουάσιγκτον πιο άμεσο ενδιαφέρον για το οικονομικό μέλλον του Νότιου Καυκάσου.
Για το Αζερμπαϊτζάν, πρόκειται για σημαντική διπλωματική ευκαιρία. Το Μπακού μπορεί να ενισχύσει τη σχέση του με τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά στην Τουρκία ως μεσολαβητή. Μπορεί να παρουσιαστεί ως εταίρος στην περιφερειακή σταθεροποίηση, στην ανάπτυξη υποδομών και στη διασύνδεση Ανατολής και Δύσης.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή οι παραδοσιακές σχέσεις του Αζερμπαϊτζάν με τη Ρωσία και το Ιράν έχουν συχνά περιπλέξει τις στρατηγικές επιλογές του. Μια ισχυρότερη αμερικανική οικονομική και διπλωματική παρουσία προσφέρει στο Μπακού ένα ακόμη μέσο εξισορρόπησης των περιφερειακών πιέσεων. Μεταβάλλει επίσης τη σχέση με την Άγκυρα.
Εάν το Αζερμπαϊτζάν μπορεί να διαπραγματεύεται απευθείας με την Ουάσιγκτον σημαντικές συμφωνίες για τις μεταφορές και την ασφάλεια, ο ρόλος της Τουρκίας ως βασικού διεθνούς υποστηρικτή του Μπακού γίνεται λιγότερο αποκλειστικός. Αυτό δεν μειώνει τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας. Περιορίζει, όμως, την πολιτική επιρροή που μπορεί να αντλεί ο Ερντογάν παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον απαραίτητο προστάτη του Αζερμπαϊτζάν. Ο μακροπρόθεσμος στόχος του Αλίγιεφ φαίνεται να είναι ακριβώς αυτή η διαφοροποίηση των στρατηγικών σχέσεων.
Γιατί ο Αλίγιεφ ανοίγει ξανά διαύλους και με τη Ρωσία
Η πρόσφατη ανακοίνωση της SOCAR σχετικά με την Gazprom αποτυπώνει μια ακόμη διάσταση της στρατηγικής του Αζερμπαϊτζάν. Στις 16 Οκτωβρίου, ο αντιπρόεδρος της SOCAR, Ελσάντ Νασίροφ, δήλωσε ότι η εταιρεία ενδιαφερόταν να αγοράσει ξανά φυσικό αέριο από την Gazprom.
Αναφέρθηκε στην προηγούμενη εμπειρία των δύο εταιρειών στις αγορές, τις πωλήσεις και τις ανταλλαγές φυσικού αερίου. Η ανακοίνωση είχε εμπορική σημασία, αν και δεν είχε ανακοινωθεί συγκεκριμένη συμφωνία για τις ποσότητες ή τα χρονοδιαγράμματα παραδόσεων.
Το Αζερμπαϊτζάν έχει λόγους να εξετάζει την επανέναρξη αγορών ρωσικού φυσικού αερίου. Οι εγχώριες ενεργειακές ανάγκες του συνυπάρχουν με τις δεσμεύσεις του για εξαγωγές φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές. Ανάλογα με τις τιμές, τις υποδομές και τους συμβατικούς όρους, οι εισαγωγές θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Μπακού να καλύπτει την εγχώρια ζήτηση, διατηρώντας παράλληλα την εξαγωγική του ικανότητα. Ενδέχεται επίσης να υπάρξουν γεωπολιτικά οφέλη.
Η ανανέωση της ενεργειακής συνεργασίας με τη Μόσχα θα προσέφερε έναν ακόμη δίαυλο επικοινωνίας και συνεργασίας, σε μια περίοδο κατά την οποία το Αζερμπαϊτζάν ενισχύει τις σχέσεις του με δυτικούς εταίρους και χώρες της Κεντρικής Ασίας. Η χρονική συγκυρία προσδίδει στην ανακοίνωση πολιτικό ενδιαφέρον. Έγινε εν μέσω εμφανών εντάσεων με την Άγκυρα.
Ωστόσο, θα ήταν πρόωρο να συμπεράνει κανείς ότι η πρωτοβουλία για την Gazprom σχεδιάστηκε ειδικά για να τιμωρήσει τον Ερντογάν ή ότι ο Αλίγιεφ έδωσε προσωπικά εντολή γι’ αυτήν ως διπλωματική προειδοποίηση. Το εμπορικό σκεπτικό έχει ουσιαστική βάση, ενώ οι συζητήσεις δεν είχαν καταλήξει σε οριστική συμφωνία.
Παρ’ όλα αυτά, η ευρύτερη στρατηγική ερμηνεία παραμένει εύλογη. Το Αζερμπαϊτζάν δείχνει ότι μπορεί να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα διευρύνει τη συνεργασία του με την Ευρώπη, την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν αποτελεί επιστροφή στην εξάρτηση από τη Ρωσία. Αποτελεί παράδειγμα μιας ευρύτερης πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.
Ο Αλίγιεφ θέλει να μπορεί να διαπραγματεύεται με ανταγωνιστικές δυνάμεις χωρίς να υποτάσσεται σε καμία από αυτές. Σε πρακτικό επίπεδο, το μήνυμα προς την Άγκυρα είναι σαφές: Η Τουρκία παραμένει ζωτικής σημασίας εταίρος, αλλά το Αζερμπαϊτζάν διαθέτει και άλλες επιλογές.
Η σχέση Ερντογάν–Αλίγιεφ εξελίσσεται σε πολιτικό βάρος για το Μπακού
Η πιο ευαίσθητη πολιτικά πτυχή της επανατοποθέτησης του Αζερμπαϊτζάν αφορά τον ίδιο τον Ερντογάν. Για χρόνια, ο Αλίγιεφ επωφελήθηκε από τη στενή σχέση του με τον Τούρκο πρόεδρο. Η Τουρκία παρείχε διπλωματική κάλυψη, στρατιωτική συνεργασία και πολιτική υποστήριξη κατά την αντιπαράθεση του Αζερμπαϊτζάν με την Αρμενία.
Οι δύο ηγέτες καλλιέργησαν δημόσια μια εξαιρετικά στενή σχέση, η οποία ενισχυόταν από συχνές συναντήσεις και συμβολικές διακηρύξεις αδελφοσύνης. Ωστόσο, οι πολιτικές συμμαχίες μπορούν να μετατραπούν σε βάρος όταν επιδεινώνεται η διεθνής θέση ενός από τους εταίρους.
Οι ολοένα πιο συγκρουσιακές σχέσεις του Ερντογάν με τις δυτικές κυβερνήσεις, ο αυταρχισμός του στο εσωτερικό και η προσήλωσή του στην ιδεολογική ρητορική έχουν δημιουργήσει πολιτικό κόστος που το Αζερμπαϊτζάν ενδέχεται να μην είναι διατεθειμένο να επωμιστεί.
Ο Αλίγιεφ έχει ελάχιστους λόγους να επιτρέψει στη διεθνή φήμη του Αζερμπαϊτζάν να συνδεθεί άρρηκτα με εκείνη του Ερντογάν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το Μπακού επιδιώκει ισχυρότερες σχέσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μεγαλύτερη πρόσβαση σε δυτικές επενδύσεις και έναν πιο ανεξάρτητο διπλωματικό ρόλο. Η πρόσφατη διαμάχη γύρω από τον κοσμικό χαρακτήρα του Αζερμπαϊτζάν και τις σχέσεις του με το Ισραήλ αναδεικνύει το πρόβλημα.
Πρόσωπα κοντά στον Ερντογάν επέκριναν τις πολιτικές του Μπακού, προκαλώντας έντονη αντίδραση από το κυβερνών Κόμμα Νέο Αζερμπαϊτζάν. Το κόμμα απέρριψε την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις του Αζερμπαϊτζάν και υπερασπίστηκε την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της χώρας. Η αντιπαράθεση ήταν αξιοσημείωτη, επειδή αμφισβήτησε την παραδοχή ότι η πολιτική ηγεσία του Μπακού θα απέφευγε να αντιταχθεί δημόσια στον κύκλο του Ερντογάν.
Η κυβέρνηση του Αλίγιεφ εμφανίζεται όλο και πιο έτοιμη να διαχωρίσει τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν από τις ιδεολογικές προτεραιότητες του Ερντογάν. Αυτή η διάκριση δεν περιορίζεται στη ρητορική. Αντανακλά έναν ευρύτερο υπολογισμό για το μέλλον της σχέσης.
Ο Αλίγιεφ μπορεί να εξακολουθεί να χρειάζεται την Τουρκία, αλλά έχει λιγότερους λόγους να χρειάζεται προσωπικά τον Ερντογάν.
Και αυτό αποτελεί θεμελιώδη αλλαγή.
Η κρυφή οικονομική διάσταση της συμμαχίας
Η σχέση μεταξύ των δύο ηγετών έχει επίσης μια οικονομική διάσταση που αξίζει προσεκτικότερη εξέταση. Δημοσιογραφικές έρευνες έχουν τεκμηριώσει κατά καιρούς επιχειρηματικές σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται εταιρείες συνδεδεμένες με κύκλους πολιτικής επιρροής στην Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν.
Τα Malta Files, για παράδειγμα, έθεσαν ερωτήματα σχετικά με τη φερόμενη απόκτηση από τη SOCAR πετρελαιοφόρων που συνδέονταν με εταιρείες σχετιζόμενες με την οικογένεια Ερντογάν. Άλλες έρευνες εξέτασαν επιχειρηματικές συνεργασίες με τη συμμετοχή εταιρειών με πολιτικές διασυνδέσεις στους τομείς της ανοικοδόμησης και των υποδομών του Αζερμπαϊτζάν.
Οι συναλλαγές αυτές δεν αποδεικνύουν ότι οι σημερινές διπλωματικές εντάσεις πηγάζουν από διαμάχη για εμπορικά συμφέροντα. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι η πολιτική συμμαχία λειτουργεί εδώ και καιρό παράλληλα με εκτεταμένα οικονομικά δίκτυα. Τέτοια δίκτυα μπορούν να ενισχύσουν τις πολιτικές σχέσεις, αλλά και να τις περιπλέξουν.
Όταν η διακρατική συνεργασία συνυφαίνεται με εμπορικά συμφέροντα που διαθέτουν πολιτικές διασυνδέσεις, οι διαφωνίες για συμβάσεις, επενδυτικές προτεραιότητες ή πολιτική επιρροή μπορούν να αποκτήσουν ευρύτερη διπλωματική σημασία.
Το βασικό ερώτημα είναι αν οι διευρυνόμενες διεθνείς συνεργασίες του Αζερμπαϊτζάν θα μεταβάλουν και την οικονομική ισορροπία μεταξύ των δύο κυβερνώντων κατεστημένων. Καθώς το Μπακού αποκτά περισσότερες ευκαιρίες να συνεργάζεται απευθείας με δυτικούς, κεντροασιάτες και άλλους διεθνείς εταίρους, η εξάρτησή του από τα τουρκικά πολιτικά και επιχειρηματικά δίκτυα ενδέχεται σταδιακά να μειωθεί.
Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω την άτυπη επιρροή του Ερντογάν. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι μια τέτοια μετατόπιση αποτελεί ήδη κινητήρια δύναμη της αντιπαράθεσης. Πρόκειται, όμως, για μια πιθανή διάσταση της μεταβαλλόμενης σχέσης που αξίζει να διερευνηθεί.
Το Καραμπάχ άλλαξε την πολιτική θέση του Αλίγιεφ
Η νίκη του Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ ενίσχυσε σημαντικά τη θέση του Αλίγιεφ τόσο στο εσωτερικό όσο και στην περιοχή. Πριν από τη στρατιωτική έκβαση, η στρατηγική εξάρτηση του Μπακού από την Τουρκία διαμορφωνόταν από την ανεπίλυτη εδαφική σύγκρουση με την Αρμενία.
Η διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη της Τουρκίας ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη σε αυτό το πλαίσιο. Αφότου το Αζερμπαϊτζάν ανέκτησε τον έλεγχο της περιοχής, η πολιτική εξίσωση άλλαξε. Ο Αλίγιεφ μπορούσε να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που πέτυχε έναν κεντρικό εθνικό στόχο.
Η κυβέρνησή του απέκτησε μεγαλύτερη ελευθερία να διαπραγματεύεται περιφερειακές διευθετήσεις και να επιδιώκει νέες οικονομικές ευκαιρίες. Παράλληλα, προέκυψαν διαφωνίες σχετικά με τον τρόπο παρουσίασης της νίκης. Ο Ερντογάν τόνιζε συχνά τον ρόλο της Τουρκίας στη στρατιωτική επιτυχία του Αζερμπαϊτζάν. Ο Αλίγιεφ, ενώ αναγνώριζε την τουρκική υποστήριξη, υπογράμμιζε σταθερά τα επιτεύγματα των ενόπλων δυνάμεων και της πολιτικής ηγεσίας του ίδιου του Αζερμπαϊτζάν. Η διάκριση αυτή έγινε ιδιαίτερα ευαίσθητη όταν ο Ερντογάν επικαλέστηκε το Καραμπάχ σε δημόσιες δηλώσεις για τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας.
Για το Μπακού, η νίκη στο Καραμπάχ δεν αποτελεί απλώς ένα επεισόδιο στην ιστορία της τουρκοαζερικής αλληλεγγύης. Αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής νομιμοποίησης του Αλίγιεφ και της ανανεωμένης αυτοπεποίθησης του Αζερμπαϊτζάν στη διεθνή σκηνή. Ο Αλίγιεφ δεν έχει κανένα συμφέρον να επιτρέψει να ερμηνευτεί αυτό το επίτευγμα ως απόδειξη ότι το Αζερμπαϊτζάν ενεργεί υπό τη στρατηγική καθοδήγηση της Τουρκίας. Το τέλος της σύγκρουσης στο Καραμπάχ περιόρισε, επομένως, μία από τις σημαντικότερες πηγές εξάρτησης του Αζερμπαϊτζάν από την Άγκυρα. Δημιούργησε επίσης τις προϋποθέσεις για μια πιο δυναμική εξωτερική πολιτική.
Ο πραγματισμός του Αλίγιεφ απέναντι στην ιδεολογική εξωτερική πολιτική του Ερντογάν
Η αντίθεση μεταξύ Ερντογάν και Αλίγιεφ γίνεται ιδιαίτερα σαφής όταν εξετάζει κανείς τις προσεγγίσεις τους απέναντι στο Ισραήλ, τη θρησκεία και την περιφερειακή διπλωματία. Ο Ερντογάν παρουσιάζει συχνά τις διαμάχες εξωτερικής πολιτικής με όρους θρησκευτικής αλληλεγγύης, ιστορικής ευθύνης και πολιτισμικής ταυτότητας.
Ο Αλίγιεφ προτιμά γενικά μια προσέγγιση που βασίζεται περισσότερο στα αμοιβαία οφέλη και τα ανταλλάγματα. Το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί στενές σχέσεις με το Ισραήλ επειδή τις θεωρεί χρήσιμες για την ασφάλεια, την τεχνολογία και τη διπλωματία. Συνομιλεί και συνεργάζεται με τη Ρωσία επειδή η Μόσχα παραμένει σημαντική περιφερειακή δύναμη.
Συνεργάζεται με το Ιράν όταν είναι απαραίτητο, παρά τις μακροχρόνιες διαφωνίες. Ενισχύει τους δεσμούς με την Ευρώπη επειδή οι ευρωπαϊκές αγορές και οι θεσμοί έχουν οικονομική και διπλωματική αξία. Αναπτύσσει σχέσεις με την Κεντρική Ασία επειδή η αναδυόμενη περιφερειακή αρχιτεκτονική προσφέρει νέες ευκαιρίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν είναι απαλλαγμένη από ιδεολογία ή αντιφάσεις.
Η κυβέρνηση του Αλίγιεφ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ασφάλεια του καθεστώτος, στον εσωτερικό πολιτικό έλεγχο και στη διατήρηση της εξουσίας της. Ωστόσο, η εξωτερική στρατηγική της χαρακτηρίζεται ολοένα περισσότερο από ευελιξία παρά από αποκλειστική ευθυγράμμιση με μία πλευρά.
Αντίθετα, η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν αντιμετωπίζει συχνά εντάσεις ανάμεσα στα ιδεολογικά μηνύματα και τα πρακτικά συμφέροντα. Η σχέση της Τουρκίας με το Ισραήλ αναδεικνύει αυτό το πρόβλημα. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί συγκρουσιακή ρητορική, ενώ παραμένει μέρος περιφερειακών δικτύων μεταφορών και ενέργειας που συμβάλλουν στην οικονομική ασφάλεια του Ισραήλ. Έχει επίσης επωφεληθεί από τη δυνατότητα του Αζερμπαϊτζάν να επικοινωνεί με το Ισραήλ σε περιόδους περιφερειακής έντασης.
Το Μπακού εμφανίζεται ολοένα λιγότερο διατεθειμένο να δέχεται επικρίσεις από την Άγκυρα για σχέσεις τις οποίες η ίδια η Τουρκία θεωρεί χρήσιμες όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφωνία σχετικά με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια διαμάχη γύρω από το ποιος έχει την εξουσία να καθορίζει τις πολιτικές προτεραιότητες της συμμαχίας.
Προετοιμάζεται ο Αλίγιεφ για μια Τουρκία μετά τον Ερντογάν;
Ένα πιο αιχμηρό ερώτημα είναι κατά πόσον η μεταβαλλόμενη στάση του Αλίγιεφ αντανακλά εκτιμήσεις για το πολιτικό μέλλον του Ερντογάν. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι το Μπακού έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο Ερντογάν θα αποχωρήσει σύντομα από την εξουσία. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα υπερέβαινε όσα τεκμηριώνουν τα διαθέσιμα δεδομένα.
Ωστόσο, ο Αλίγιεφ έχει σοβαρούς λόγους να εξετάζει το ενδεχόμενο αλλαγής του πολιτικού τοπίου της Τουρκίας τα επόμενα χρόνια. Η μακρόχρονη διακυβέρνηση του Ερντογάν, οι οικονομικές δυσκολίες και η αυξανόμενη εσωτερική πόλωση δημιουργούν αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της τουρκικής πολιτικής.
Το Αζερμπαϊτζάν δεν έχει την πολυτέλεια να οικοδομήσει ολόκληρη τη σχέση του με την Τουρκία γύρω από έναν πολιτικό ηγέτη. Τα στρατηγικά συμφέροντά του απαιτούν σταθερές σχέσεις με τους τουρκικούς θεσμούς, τα πολιτικά κόμματα, τους επιχειρηματικούς κύκλους και την κοινωνία συνολικά. Αυτό δημιουργεί κίνητρο για τον διαχωρισμό της μακροπρόθεσμης συνεργασίας του Αζερμπαϊτζάν με την Τουρκία από την προσωπική σχέση του Αλίγιεφ με τον Ερντογάν. Ο Αλίγιεφ ενδέχεται επίσης να αντιλαμβάνεται ότι η δυνατότητα του Ερντογάν να ασκεί πίεση στο Αζερμπαϊτζάν μέσω της τουρκικής κοινής γνώμης δεν είναι πλέον αυτή που ήταν κάποτε. Ο ισχυρός δεσμός της τουρκικής κοινωνίας με το Αζερμπαϊτζάν θέτει περιορισμούς στην Άγκυρα.
Μια ανοιχτή αντιπαράθεση με το Μπακού θα μπορούσε να έχει εσωτερικό πολιτικό κόστος για τον Ερντογάν. Ο Αλίγιεφ ενδέχεται, επομένως, να υπολογίζει ότι διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία να αμφισβητεί τις τουρκικές θέσεις χωρίς να διακινδυνεύει πλήρη ρήξη των σχέσεων. Πρόκειται για σημαντική αντιστροφή. Στο παρελθόν, το Αζερμπαϊτζάν είχε λόγους να φοβάται την πολιτική επιρροή του Ερντογάν.
Σήμερα, ο Ερντογάν ενδέχεται να έχει λόγους να φοβάται τις συνέπειες μιας δημόσιας διαμάχης με το Αζερμπαϊτζάν.
Το στρατηγικό ενδιαφέρον της Δύσης δεν συνιστά δημοκρατική επιδοκιμασία
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση ως προς το επιχείρημα ότι ο Αλίγιεφ ενισχύει τη διεθνή επιρροή του. Η αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία του Αζερμπαϊτζάν δεν πρέπει να συγχέεται με τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Ο Αλίγιεφ ηγείται ενός αυταρχικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο η δράση της αντιπολίτευσης, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και οι ατομικές ελευθερίες αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς.
Η συνεργασία της Δύσης με το Αζερμπαϊτζάν υπαγορεύεται σε μεγάλο βαθμό από την ενεργειακή ασφάλεια, τις μεταφορές, την περιφερειακή σταθερότητα και τον στρατηγικό ανταγωνισμό. Αυτά τα συμφέροντα μπορούν να οδηγήσουν σε στενότερες διπλωματικές σχέσεις χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στην εσωτερική διακυβέρνηση.
Μάλιστα, το αναδυόμενο διεθνές περιβάλλον ενδέχεται να επιτρέπει στις αυταρχικές κυβερνήσεις να διευρύνουν τις εξωτερικές συνεργασίες τους, ενώ αντιστέκονται στις εσωτερικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Ο Αλίγιεφ φαίνεται να κατανοεί αυτή την πραγματικότητα.
Επιδιώκει να καταστήσει το Αζερμπαϊτζάν χρήσιμο σε ανταγωνιστικούς διεθνείς παράγοντες, χωρίς να αποδεχθεί τους πολιτικούς όρους που θα μπορούσαν να συνοδεύουν μια βαθύτερη ενσωμάτωση σε δημοκρατικούς θεσμούς. Αυτή η στρατηγική ενδέχεται να επιτύχει την αύξηση της διπλωματικής επιρροής του Αζερμπαϊτζάν. Αναδεικνύει, όμως, και τα όρια ενός παγκόσμιου συστήματος στο οποίο η στρατηγική χρησιμότητα συχνά υπερισχύει των δημοκρατικών αρχών. Η διάκριση είναι ουσιώδης.
Ο Αλίγιεφ ενδέχεται, από ορισμένες απόψεις, να διαβάζει το γεωπολιτικό περιβάλλον αποτελεσματικότερα από τον Ερντογάν. Αυτό δεν καθιστά το πολιτικό σύστημά του πιο δημοκρατικό ούτε την κυβέρνησή του λιγότερο αυταρχική. Σημαίνει ότι αξιοποιεί με αξιοσημείωτη τακτική ευελιξία τις ευκαιρίες που δημιουργεί μια κατακερματισμένη διεθνής τάξη.
Η πραγματική μεταβολή: Το Αζερμπαϊτζάν δεν θέλει πλέον να είναι ο ελάσσων εταίρος της Τουρκίας
Η σημαντικότερη συνέπεια αυτών των εξελίξεων είναι η αλλαγή της πολιτικής ιεραρχίας μεταξύ Άγκυρας και Μπακού. Επί δεκαετίες, η Τουρκία κατείχε προνομιακή θέση στις εξωτερικές σχέσεις του Αζερμπαϊτζάν.
Ήταν ο βασικός στρατιωτικός εταίρος, ένας απαραίτητος διπλωματικός υποστηρικτής και μια κρίσιμη δίοδος προς τις δυτικές αγορές. Αυτοί οι δεσμοί παραμένουν σημαντικοί.
Το Αζερμπαϊτζάν, όμως, οικοδομεί πλέον μια πιο διαφοροποιημένη διεθνή παρουσία. Μέσω του πλαισίου C6, αποκτά θεσμικό ρόλο στη διπλωματία της Κεντρικής Ασίας. Μέσω των ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, ενισχύει τη σημασία του για την Ευρώπη. Μέσω της διαδικασίας περιφερειακής διασύνδεσης που υποστηρίζει η Ουάσιγκτον, διευρύνει τη συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσω της επιλεκτικής συνεργασίας με τη Ρωσία και το Ιράν, διατηρεί πρόσθετους διαύλους περιφερειακής επιρροής.
Και μέσω της σχέσης του με το Ισραήλ, διαφυλάσσει στρατηγικές επιλογές που η Άγκυρα δεν μπορεί εύκολα να υποκαταστήσει. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι μια χώρα που επιδιώκει μεγαλύτερη αυτονομία από τις πολιτικές προτιμήσεις του στενότερου συμμάχου της. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της διαμορφούμενης εξωτερικής πολιτικής του Αλίγιεφ. Το Αζερμπαϊτζάν θέλει την Τουρκία ως εταίρο, όχι ως επιτηρητή. Θέλει πρόσβαση στον τουρκικό κόσμο χωρίς να αποδέχεται την πολιτική ηγεμονία της Άγκυρας ως μόνιμη προϋπόθεση.
Θέλει συνεργασία με τους δυτικούς θεσμούς χωρίς να αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τη σχέση του Ερντογάν με τη Δύση. Και θέλει να διατηρήσει τη δυνατότητά του να αναπτύσσει σχέσεις με τη Ρωσία, το Ιράν και το Ισραήλ σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς. Με λίγα λόγια, ο Αλίγιεφ επιχειρεί να διασφαλίσει ότι το μέλλον του Αζερμπαϊτζάν δεν θα καθορίζεται από την πολιτική πορεία του Ερντογάν.
Συμπέρασμα: Ο Ερντογάν χάνει επιρροή, ενώ ο Αλίγιεφ διευρύνει τις επιλογές του
Οι αναδυόμενες εντάσεις μεταξύ Ερντογάν και Αλίγιεφ δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία διπλωματική διαφωνία μεταξύ στενών συμμάχων. Αντανακλούν έναν δομικό μετασχηματισμό στη σχέση μεταξύ Τουρκίας, Αζερμπαϊτζάν και ευρύτερου διεθνούς συστήματος.
Το Αζερμπαϊτζάν ενσωματώνεται βαθύτερα στη διπλωματία της Κεντρικής Ασίας, στις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές, στα δίκτυα μεταφορών διαμέσου της Κασπίας και στις περιφερειακές πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι εξελίξεις αυξάνουν τη διεθνή διαπραγματευτική ισχύ του Μπακού.
Παράλληλα, οι πολιτικοί περιορισμοί του Ερντογάν και το συγκρουσιακό διπλωματικό ύφος του ενδέχεται να μειώνουν τα πλεονεκτήματα που αντλούσε κάποτε το Αζερμπαϊτζάν από τη στενή σύνδεσή του μαζί του. Ο Αλίγιεφ φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η διεθνής τάξη γίνεται πιο κατακερματισμένη, πιο ανταγωνιστική και περισσότερο προσανατολισμένη στις συναλλαγές και τα ανταλλάγματα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πιο επιτυχημένες μικρές και μεσαίες δυνάμεις είναι συχνά εκείνες που μπορούν να διατηρούν πολλαπλές συνεργασίες χωρίς να υποτάσσονται μόνιμα σε έναν και μοναδικό προστάτη. Αυτή είναι η στρατηγική που ακολουθεί όλο και περισσότερο το Αζερμπαϊτζάν. Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη πολιτική αντίθεση. Ο Ερντογάν συνεχίζει να επικαλείται την ιστορική αλληλεγγύη, τη θρησκευτική ταυτότητα και τη ρητορική της περιφερειακής ηγεσίας.
Ο Αλίγιεφ επενδύει σε διαδρόμους μεταφορών, ενεργειακές συνεργασίες, διπλωματικά σχήματα και άμεσες σχέσεις με τις παγκόσμιες δυνάμεις. Η επιρροή του Ερντογάν στο Αζερμπαϊτζάν ενδέχεται να μειώνεται ακριβώς τη στιγμή που διευρύνεται η διεθνής σημασία του Αζερμπαϊτζάν. Η διάκριση μεταξύ Τουρκίας και Ερντογάν αποκτά, επομένως, κεντρική θέση στους υπολογισμούς του Μπακού. Η Τουρκία παραμένει απαραίτητη για την ασφάλεια και το οικονομικό μέλλον του Αζερμπαϊτζάν. Ο Ερντογάν δεν κατέχει κατ’ ανάγκην την ίδια θέση.
Ο Αλίγιεφ δεν εγκαταλείπει την Τουρκία. Προετοιμάζει το Αζερμπαϊτζάν για έναν κόσμο στον οποίο η στρατηγική του αξία δεν θα εξαρτάται πλέον από τον Ερντογάν και στον οποίο η υπερβολικά στενή ταύτιση μαζί του μπορεί να εξελιχθεί σε διπλωματικό μειονέκτημα.
Αυτή ίσως είναι η σαφέστερη μέχρι σήμερα ένδειξη ότι η ισορροπία ισχύος στο εσωτερικό της τουρκοαζερικής συμμαχίας αλλάζει. Και εγείρει ένα ευρύτερο ερώτημα για το μέλλον της περιοχής. Καθώς το Αζερμπαϊτζάν εξελίσσεται σε πιο αυτόνομο παράγοντα της αναδυόμενης γεωπολιτικής τάξης, θα προσαρμοστεί η Τουρκία σε μια συνεργασία μεταξύ ολοένα πιο ανεξάρτητων εταίρων ή θα συνεχίσει ο Ερντογάν να ερμηνεύει τη στρατηγική ανεξαρτησία του Αζερμπαϊτζάν ως αμφισβήτηση της δικής του εξουσίας;
Η απάντηση μπορεί να καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της σχέσης Ερντογάν–Αλίγιεφ, αλλά και τη θέση της Τουρκίας στην ταχέως μεταβαλλόμενη πολιτική γεωγραφία που συνδέει την Ευρώπη, τον Νότιο Καύκασο και την Κεντρική Ασία.