Ανιχνεύσεις, June 18, 2026, του Πλάμεν Τόντσεφ*
Το πρόγραμμα του διήμερου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που ξεκινά σήμερα έχει τον γενικόλογο τίτλο “Παγκόσμιες οικονομικές προκλήσεις”.
Η προσκλητήρια επιστολή του Αντόνιο Κόστα προς τους αρχηγούς των κρατών-μελών αναφέρεται στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕE για την περίοδο 2028-2034, τους πολέμους στην Ουκρανία και την Μέση Ανατολή, καθώς και στο κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Ενώ αυτό δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αποτελεί κοινό μυστικό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πως ένα από τα ακανθώδη ζητήματα στην ατζέντα της συνόδου θα είναι οι σχέσεις ΕΕ-Κίνας.

Το δεύτερο κινεζικό σοκ
Στην Ευρώπη έχει πλέον καθιερωθεί η φράση “δεύτερο κινεζικό σοκ” ως αναφορά στις πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες με το τσουνάμι κινεζικών προϊόντων που εισέρχονται στην Γηραιά Ήπειρο. Είναι νωπές ακόμη οι αναμνήσεις για το πλήγμα που δέχθηκαν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατασκευής φωτοβολταϊκών την προηγούμενη δεκαετία, με αποτέλεσμα η μαζική χρεοκοπία τους να γίνει γνωστή ως το “πρώτο κινεζικό σοκ”. Έκτοτε, η Ευρώπη βρίσκεται σε συνεχώς επιδεινούμενη θέση.
To 2025 τo εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ έναντι της Κίνας έσπασε κάθε ρεκόρ, ανερχόμενο στα 360 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 1 δισ. ευρώ την ημέρα. Και, μάλιστα, η τάση αυτή ενισχύεται σταθερά, αν ληφθεί υπόψη ότι το πρώτο τετράμηνο του 2026 το έλλειμμα εμφανίζεται αυξημένο κατά 7% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Ταυτόχρονα, ενώ η πλημμύρα κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά συνεχώς εντείνεται, οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Κίνα μειώνονται. Ο κλάδος που υφίσταται τα πιο εμφανή πλήγματα είναι η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά δεν είναι ο μόνος. Υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες για το μέλλον των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στους τομείς της αιολικής ενέργειας, των δικτύων τηλεπικοινωνιών, της μεταλλουργίας, της φαρμακοβιομηχανίας, την ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη, όπου η Κίνα ήδη έχει κάνει μεγάλες προόδους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία, μέχρι πρότινος κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής οικονομίας, χάνει πάνω από 10.000 θέσεις εργασίας τον μήνα – 143.000 μέσα στο 2025.
Η κυριαρχία των κινεζικών επιχειρήσεων αποδίδεται στον συνδυασμό της βελτιούμενης ποιότητας των προϊόντων τους και των εξαιρετικά χαμηλών τιμών τους, εν πολλοίς χάρη στις άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις που προσφέρουν οι κρατικές αρχές της Κίνας, με την μορφή επιδοτήσεων, άτοκων δανείων, δωρεάν γης για την κατασκευή παραγωγικών εγκαταστάσεων, κ.λπ. Ένα δομικό πρόβλημα είναι το γεγονός ότι η ζήτηση εντός της ίδιας της Κίνας είναι εξαιρετικά αναιμική κι αυτό εξηγεί την επιθετική συμπεριφορά των κινεζικών επιχειρήσεων, για τις οποίες η πρόσβαση σε αγορές στο εξωτερικό είναι θέμα επιβίωσης. Ενώ πολλά χρόνια τώρα στόχος της κινεζικής ηγεσίας είναι η μετάβαση προς ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο και αυξημένη αυτάρκεια, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη ποτέ δεν ήταν τόσο εξαρτημένη από εξαγωγές.
Σημειώνεται ότι το 2001 η Κίνα έγινε αποδεκτή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) με την υπόσχεση ότι θα καταστεί οικονομία της αγοράς, μια δέσμευση που ουδέποτε τήρησε. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), πολλές κινεζικές επιχειρήσεις λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις από τρεις έως οκτώ φορές μεγαλύτερες από τις όποιες διευκολύνσεις επιτρέπονται στα κράτη μέλη του Οργανισμού. Ταυτόχρονα, το κινεζικό νόμισμα ρενμινμπί (γιουάν), υποτιμημένο τουλάχιστον κατά 15%, εξασφαλίζει πρόσθετο πλεονέκτημα στις εξαγωγικές επιχειρήσεις της Κίνας.
Η απάντηση της ΕΕ
Το νομικό οπλοστάσιο της ΕΕ έναντι του αθέμιτου ανταγωνισμού της Κίνας συνεχώς διευρύνεται, αλλά προβλέπει ως επί το πλείστον χρονοβόρες έρευνες με στόχο τα όποια αμυντικά μέτρα να εδράζονται σε εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση (burden of proof). Ωστόσο, είναι γνωστό το απόφθεγμα κοινοτικού αξιωματούχου ότι η πρακτική αυτή μοιάζει με την χρήση κουταλιού στην βάρκα που έχει γεμίσει νερό και κινδυνεύει να βουλιάξει. Προσφάτως διατυπώνεται η πρόταση για την θέσπιση ενός μηχανισμού αντιμετώπισης της υπερβάλλουσας κινεζικής παραγωγής (“overcapacity instrument”), ως ευρωπαϊκή εκδοχή του Άρθρου 301 στην αμερικανική νομοθεσία που χρησιμοποιείται ευρέως για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας.
Θεωρείται περίπου δεδομένο ότι το Πεκίνο θα απαντήσει με αντίποινα, όπως π.χ. με περιορισμούς στην εξαγωγή κρίσιμων πρώτων υλών, στις οποίες η Κίνα κατέχει από δεσπόζουσα θέση έως και de facto μονοπώλιο παγκοσμίως. Συγχρόνως, όμως, η ΕΕ αποτελεί πολύ σημαντική αγορά για τα κινεζικά προϊόντα και δεν είναι τυχαίο ότι ο Κινέζος υπουργός Εμπορίου αναμένεται στις Βρυξέλλες στα τέλη Ιουνίου σε μια διπλωματική εκστρατεία του Πεκίνου, προκειμένου να αποτραπεί η όξυνση των ευρωκινεζικών σχέσεων. Την ίδια στιγμή, αποτελεί πάγια πρακτική του Πεκίνου να προκρίνει τις διμερείς διευθετήσεις με κράτη μέλη, αξιοποιώντας το γεγονός ότι η ΕΕ δεν φημίζεται για την ενιαία φωνή της. Αυτήν την περίοδο οι περισσότερες ενστάσεις για αποφασιστική στάση έναντι της Κίνας προέρχονται από την Γερμανία και την Ισπανία.
Παρόλα αυτά, το κλίμα που διαμορφώνεται στις Βρυξέλλες και άλλες πρωτεύουσες της Γηραιάς Ηπείρου βασίζεται στην αίσθηση ότι οι υπαρξιακού τύπου προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες επιβάλλουν την λήψη δραστικών μέτρων. Αναγνωρίζεται απ’ όλους ότι παραμένει ημιτελής η ολοκλήρωση της κοινής αγοράς και λαμβάνονται υπόψη οι προτάσεις που περιέχουν οι εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι. Κερδίζει έδαφος η ιδέα για την προώθηση βιομηχανικής πολιτικής στην Ευρώπη, όπως αποτυπώνεται στην πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Κομισιόν για την βιομηχανική επιτάχυνση στην ΕΕ (Industrial Accelerator Act).
Ο κοινοτικός Κανονισμός για τις Ξένες Επιδοτήσεις (FSR, 2022/2560) προβλέπει εξονυχιστικούς ελέγχους σε κινεζικές επιχειρήσεις κατά την διεξαγωγή δημοσίων διαγωνισμών στα κράτη μέλη και ήδη έχει αποφέρει αποτελέσματα. Σε ό,τι αφορά τις κινεζικές επενδύσεις σε κοινοτικό έδαφος, προβλέπονται απαιτήσεις για ευρωπαϊκή συμμετοχή στην υλοποίησή τους και την αφομοίωση προηγμένων τεχνολογιών. Σ’ όλα αυτά προστίθενται οι εμπορικές συμφωνίες που υπογράφει η ΕΕ με πλήθος εταίρων σε άλλες ηπείρους, προκειμένου να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα ως προμηθευτή και συνάμα αγορά.
Ανταγωνιστής και συστημικός αντίπαλος η Κίνα
Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αναπόφευκτες οι εντάσεις στις σχέσεις με την Κίνα, στην οποία το 2019 η ΕΕ έδωσε τον τριπλό ορισμό του “εταίρου, οικονομικού ανταγωνιστή και συστημικού αντιπάλου” ταυτόχρονα. Τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει καταστεί όχι μόνο σκληρός ανταγωνιστής με οικονομικούς όρους, αλλά η βελόνα μετακινείται πλέον προς το τρίτο σκέλος της συστημικής αντιπαλότητας. Σημείο καμπής υπήρξε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η κατ’ επίφαση ουδετερότητα του Πεκίνου, ενώ στην ουσία υποστηρίζει την Μόσχα ολοένα και πιο απροκάλυπτα. Σημειώνεται ότι η ΕΕ έχει επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικές επιχειρήσεις που φέρονται να εμπλέκονται στην κατασκευή ρωσικών στρατιωτικών drones.
Την σινορωσική εταιρική σχέση “παντός καιρού” πιστοποιούν οι πυκνές επαφές μεταξύ των δύο δυνάμεων, όπως λ.χ. η πρόσφατη 25η επίσκεψη του Πούτιν στην κινεζική πρωτεύουσα. Εκτός από το σωσίβιο που προσφέρει η Κίνα στην ασθμαίνουσα οικονομία της Ρωσίας με την αγορά υδρογονανθράκων και την παροχή τεχνολογιών διπλής χρήσης, πρόσφατες αναφορές σε διεθνή πρακτορεία ειδήσεων κάνουν λόγο για την εκπαίδευση Ρώσων στρατιωτών στην Κίνα. Ενώ οι δύο χώρες διεξάγουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις πολλά χρόνια τώρα, πρόκειται για αξιοσημείωτη καινούρια εξέλιξη και ποιοτικό άλμα στην στρατηγική συμπόρευσή τους.
Είναι προφανές ότι η ΕΕ και η Κίνα αντιπροσωπεύουν εκ διαμέτρου αντίθετα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης και διαφορετικές δέσμες αξιών. Κι ενώ πληθαίνουν οι προβλέψεις για επικείμενο εμπορικό πόλεμο μεταξύ τους, ως βασικό διακύβευμα αναδεικνύεται η θέση της ΕΕ σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, με σταθερά αυξανόμενο το ειδικό βάρος της Κίνας στο διεθνές στερέωμα. Το σημερινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν αναμένεται να δώσει σαφείς απαντήσεις, αλλά σίγουρα οφείλει να θέσει τα σωστά ερωτήματα για το μέλλον των ευρωκινεζικών σχέσεων.
(*) Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι Επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)