Ναυτεμπορική, Τρίτη, 11 Αυγούστου 2026, Νικολέτα Πετανίδου
Η Ινδία «φλερτάρει» με το πρόγραμμα Future Combat Air System (FCAS) γαλλικής «σφραγίδας» για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς.
Την πληροφορία επιβεβαίωσε το ινδικό Υπουργείο Άμυνας σημειώνοντας ότι έχουν ξεκινήσει ήδη συντονισμένες προσπάθειες για την από κοινού συμμετοχή στο πρόγραμμα μετά την κατάρρευση του προγράμματος τον Ιούνιο του 2026. Όπως υπογραμμίζεται, η πιθανή είσοδος της Ινδίας θα έδινε νέα ώθηση στο πρόγραμμα, προσφέροντας παράλληλα στη Γαλλία έναν σημαντικό βιομηχανικό και χρηματοδοτικό εταίρο.

Παρίσι και Νέο Δελχί έρχονται όλο και πιο κοντά σε αμυντικό επίπεδο, καθώς η Ινδία διαθέτει στον στόλο της ήδη γαλλικά μαχητικά Rafale (σσ: 36 Rafale ενώ το 2025 υπέγραψε συμφωνία για 26 επιπλέον ναυτικής έκδοσης Rafale M), ενώ κατασκευάζει υποβρύχια Scorpène.
Την ίδια στιγμή, η Ινδία επιχειρεί να διαφοροποιήσει τις αμυντικές της προμήθειες, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή της από τη Ρωσία, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τη στρατηγική της σχέση με τη Μόσχα.
Η πιθανή συμμετοχή στο FCAS, επομένως, δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη ενός μαχητικού stealth, αλλά και τη μακροπρόθεσμη προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση σε προηγμένες τεχνολογίες και να ενισχύσει την εγχώρια αμυντική της βιομηχανία.
Το θέμα υποβλήθηκε μέσω έκθεσης στο ινδικό Κοινοβούλιο, σε μία χρονική συγκυρία διόλου τυχαία. Η «αντικατάσταση» της Γερμανίας από την Ινδία ως δεύτερου βασικού εταίρου θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά τη βιωσιμότητα του προγράμματος.
Για τη Γαλλία, η έμφαση στην στρατηγική αυτονομία, τα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας, την πυρηνική αποτροπή και τη δυνατότητα επιχειρήσεων από αεροπλανοφόρα (σσ: που διαθέτει η Ινδία), είναι πιο συμβατή με τις απαιτήσεις της Ινδίας σε σχέση με τις ανάγκες άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Τα ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης μαχητικών έχουν αντιμετωπίσει εδώ και χρόνια προβλήματα κόστους και αποτελεσματικότητας σε σύγκριση με αντίστοιχα προγράμματα των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας και της Ρωσίας. Η συνεργασία με την Ινδία, η οποία διαθέτει σημαντικά χαμηλότερο εργατικό κόστος, θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει το κόστος ανάπτυξης και παραγωγής.
Ωστόσο, και η ίδια η ινδική αμυντική βιομηχανία έχει παρουσιάσει σημαντικές καθυστερήσεις και προβλήματα σε άλλα προγράμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ελαφρύ μαχητικό Tejas, το οποίο πραγματοποίησε την πρώτη του πτήση στις 4 Ιανουαρίου 2001, αλλά χρειάστηκε άλλα 18 χρόνια για να ενταχθεί, έστω και περιορισμένα, σε υπηρεσία τον Φεβρουάριο του 2019.
Ακόμη και τα Su-30MKI, τα οποία κατασκευάζονται στην Ινδία, κοστίζουν σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τα αεροσκάφη που κατασκευάζονται στη Ρωσία, γεγονός που αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις αδυναμίες της τοπικής αεροπορικής βιομηχανίας.
Για τη Γαλλία, η συμμετοχή της Ινδίας στο FCAS δεν προσφέρει μόνο επιπλέον χρηματοδότηση και οικονομίες κλίμακας. Θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο ανταγωνισμού απέναντι στη Ρωσία. Τούτο διότι η Ρωσία φαίνεται πως θα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι και το 2040, ως ο μοναδικός προμηθευτής μαχητικών πέμπτης γενιάς για την Ινδική Πολεμική Αεροπορία.
Παρά το ενδιαφέρον, αυτή τη στιγμή η δυνατότητα συνεργασίας Γαλλίας-Ινδίας είναι αμφίβολη. Ο κύριος λόγος είναι ότι το Παρίσι δείχνει απρόθυμο να μοιραστεί κρίσιμες τεχνολογίες. Πόσο μάλλον σε κράτος που διατηρεί σχέση με τη Ρωσία. Ένα από τα σημαντικότερα σημεία διαφωνίας αφορά την πρόσβαση στο Interface Control Document (ICD), (σσ: τεχνικό εγχειρίδιο που περιγράφει με ακρίβεια πώς «επικοινωνούν» και συνεργάζονται μεταξύ τους τα διάφορα συστήματα), καθώς και στον πηγαίο κώδικα που επιτρέπει την πρόσβαση στην «καρδιά» των ηλεκτρονικών συστημάτων του αεροσκάφους.
Είτε προχωρήσει είτε όχι η εν λόγω συνεργασία, δεν μπορεί να προσπεραστεί το γεγονός ότι η Γαλλία, δεν είναι απλός εξωτερικός παίκτης αλλά διαθέτει εδάφη και στρατιωτική παρουσία στον Ινδικό Ωκεανό (π.χ. Ρεϋνιόν και Μαγιότ), άρα έχει πραγματικά συμφέροντα στην περιοχή. Ενώ μετά τις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας το 1998, η Γαλλία δεν ακολούθησε ιδιαίτερα τιμωρητική στάση όπως άλλες δυτικές χώρες, γεγονός που δημιούργησε ένα υπόβαθρο εμπιστοσύνης.