Money Review, Τετάρτη 22/07/2026
Σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης για το ελληνικό μέλι στην ιαπωνική αγορά εντοπίζει νέα έρευνα του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Τόκιο,
παρόλο που το ελληνικό προϊόν κατέχει σήμερα μόλις το 0,01% της εισαγωγικής αγοράς στην ασιατική χώρα. Αρχικά, η πλήρης κατάργηση των δασμών στις εισαγωγές φυσικού μελιού από την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2025, στο πλαίσιο της Συμφωνίας Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Ιαπωνίας (Japan-EU EPA) έχει δημιουργήσει ένα «πρόσφορο έδαφος» για περαιτέρω ανάπτυξη του ελληνικού προϊόντος στην αγορά της ασιατικής χώρας, δίχως επί πρόσθετους περιορισμούς.

Ειδικότερα, η ιαπωνική αγορά μελιού στηρίζεται κατά 95% στους παραγωγούς από το εξωτερικό, με την εγχώρια παραγωγή να έχει εμφανώς πολύ μικρότερη παρουσία, παρόλο που η ζήτηση παραμένει σταθερά σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη έρευνα το ελληνικό μέλι κατατάσσεται στην κατηγορία των προϊόντων υψηλής ποιότητας (premium), ενώ γευστικά θεωρείται πιο «πλούσιο» από αυτό που παράγεται στην ασιατική χώρα. Ακόμα, επισημαίνεται πως «τα ιδιαίτερα και εντονότερα γευστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού μελιού (όπως θυμαρίσιο και πευκόμελο) μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό στοιχείο ποιοτικής διαφοροποίησης από τα περισσότερο ομοιογενή είδη μελιού, ηπιότερης γεύσης, τόσο της εγχώριας παραγωγής όσο και των μαζικών εισαγωγών».

Συνολικά το προηγούμενο έτος οι εισαγωγές μελιού ανερχόντουσαν σε 51.644 τόνους, ποσότητα που αναλογεί περίπου σε 119,3 εκατ. ευρώ. Κατά συνέπεια, η Ιαπωνία αποτέλεσε τον τέταρτο μεγαλύτερο εισαγωγέα μελιού κατά όγκο παγκοσμίως, πίσω από τις ΗΠΑ, την Γερμανία και το Ην. Βασίλειο, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο ΟΗΕ. Παράλληλα, η συνολική εγχώρια κατανάλωση του προκείμενου προϊόντος υπολογίζεται τα τελευταία χρόνια κατά προσέγγιση ανάμεσα στους 45.000 και στους 50.000 τόνους ετησίως.Βέβαια, το 2025 το ελληνικό μέλι κατείχε μόλις το 0,01% της εισαγωγικής αγοράς και το 0,3% ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ.

Ακόμα, η Κίνα κατείχε περίπου το 70% του όγκου των εισαγωγών μελιού στην ιαπωνική αγορά και κατατάσσεται στην πρώτη θέση, στην εν λόγω κατηγορία. Από πλευράς ΕΕ, οι τρεις κυριότεροι εισαγωγείς είναι η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία , οι οποίες από κοινού συγκεντρώνουν το 83% των όγκου εισαγωγών μελιού ενωσιακής προέλευσης.
Ένας κρίσιμος παράγοντας ανάπτυξης της ελληνικής παρουσίας στην Ιαπωνική αγορά είναι η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις τροφίμων στην Ιαπωνία, όπως οι FOODEX, Supermarket Trade Show, Anuga Japan και JFEX Premium. Ωστόσο, υπάρχει έντονος ανταγωνισμός από φθηνότερους εισαγωγείς όπως η Αργεντινή και το Βιετνάμ, ενώ παράλληλα αρχίζουν να αναδύονται ολοένα και περισσότερο πιο οικονομικές «επιλογές», όπως η Αυστραλία, Η Ινδία και η Ταϊλάνδη. Ως εκ τούτου, αναδεικνύεται ένας ακόμα κρίσιμος παράγοντας: τα έξοδα αποστολής.
Για την περαιτέρω θωράκιση της αυθεντικότητας, της ιχνηλασιμότητας και του premium χαρακτήρα του ελληνικού μελιού, συνιστώνται τα εξής:
-Αναλύσεις NMR (Nuclear Magnetic Resonance): Η χρήση της διεθνώς αναγνωρισμένης αυτής μεθόδου για την πιστοποίηση της ποιότητας.
-Συνεργασία με το δίκτυο NHFTC: Η σύναψη συμφωνίας με εισαγωγέα-μέλος του φορέα, ώστε να δοθεί το δικαίωμα χρήσης του τοπικού Σήματος Ποιότητας.
Τέλος, η έρευνα τονίζει πως τυπικά στην Ιαπωνία, για εισαγωγή φυσικού μελιού, ζητούνται τα ακόλουθα Πιστοποιητικά:
– Περιεκτικότητας υγρασίας: έως 20% σε θερμοκρασία 20 βαθμών (20°C).
– Περιεκτικότητας σακχάρων: σακχαρόζη μέχρι 5% — διαφορετικά το μέλι δεν θεωρείται φυσικό, αντίστοιχο με μηδενικό δασμό, και ως “τεχνητό μέλι”(υπό δασμολογικό κωδικό 1702.90.290) επιβαρύνεται με πολύ μεγαλύτερο δασμό. Η συνολική περιεκτικότητα φρουκτόζης και γλυκόζης πρέπει να είναι τουλάχιστον 60%, με εξαίρεση τα μελιτώματα (honeydew honey).